Ομιλίες

Τουρκία, Ισλάμ, Ερντογάν

Τετάρτη, 21 Μαρ 2018

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΦΙΛΗ

«ΤΟΥΡΚΙΑ, ΙΣΛΑΜ, ΕΡΝΤΟΓΑΝ»

Κυρίες και κύριοι,

Ευχαριστώ πολύ τον Κωνσταντίνο Φίλη για τη σημερινή πρόσκληση. Διαβάζοντας το βιβλίο, αντιλαμβανόμαστε ότι ο συγγραφέας αποτελεί μία από τις πιο καθαρές και ψύχραιμες φωνές στο χώρο της Πολιτικής Επιστήμης.

Γνωρίζει σε βάθος την Τουρκία και σε ένα εγχειρίδιο κατορθώνει να συμπυκνώσει όλα όσα σημάδεψαν την περίοδο Ερντογάν.

Η δουλειά του είναι σημαντική για έναν επιπλέον λόγο: αναλύει με επιτυχία γεγονότα που ακόμη εξελίσσονται.

Συμφωνώ απολύτως ότι στην Τουρκία εξελίσσεται ένας ουσιαστικός μετασχηματισμός. Η φυσιογνωμία της χώρας αλλάζει και μαζί της μεταβάλλεται η εξωτερική πολιτική της.

Θα επιχειρήσω να πάρω τα πράγματα από την αρχή.Γνωρίζω τον Ερντογάν 20 χρόνια, από την εποχή που ήταν Δήμαρχος Κωνσταντινούπολης. Πρόκειται για έναν άνθρωπο με υπομονή και επιμονή.

Καταφέρνει το 2002 να κερδίσει τις εκλογές, παρόλο που ακόμα στερείται τα πολιτικά του δικαιώματα. Η κοινή γνώμη τον υποδέχεται ως «ελευθερωτή».

Στην αρχή, ούτε απορρίπτει ούτε απειλεί την κεμαλική ιδεολογία. Αντιθέτως, δηλώνει πως ο  κεμαλισμός δεν είναι μονολιθικός κι ότι μπορεί να προσαρμόζεται στη σύγχρονη πραγματικότητα.

Προχωρά σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις, επιχειρώντας, ως μοντέρνος Οζάλ, τη λεγόμενη τουρκο-ισλαμική σύνθεση, δηλαδή τον συνδυασμό της τουρκικής ταυτότητας με το Ισλάμ. Οι πολιτικές του έφεραν οικονομική άνθηση και δημιούργησαν ισχυρή μεσαία τάξη, ακόμα και στην Ανατολία.

Το 2003, ψηφίζει πρωτοφανείς μεταρρυθμίσεις εναρμόνισης με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Στην ουσία, θεσπίζει τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας επί του στρατού και περιορίζει σημαντικά τη συμμετοχή των αξιωματικών στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, πετυχαίνοντας πλήγμα κατά του «βαθέως κράτους».

Ακολουθεί μια περίοδος σταθερότητας, μέχρι το 2012, όταν η Αραβική Άνοιξη προκαλεί τη μεταστροφή του. Εκεί πλέον επιθυμεί να αναδειχθεί ηγέτης του σουνιτικού κόσμου.

Τότε επιχειρεί να υλοποιήσει το Δόγμα Νταβούτογλου που θέλει την Τουρκία να αναλαμβάνει παγκόσμιο ρόλο μέσω της πρωτοκαθεδρίας της στον ισλαμικό κόσμο.

Ταυτόχρονα, επενδύει στον ισλαμικό τρόπο ζωής, μέσω μιας ατζέντας που ανταποκρίνεται στη συνείδηση της πλειοψηφίας. Προβάλλεται το προφίλ του καλού μουσουλμάνου που προσεύχεται 5 φορές ημερησίως και δεν πίνει αλκοόλ.

Για τις γυναίκες, τα πράγματα χειροτερεύουν: η ενδοοικογενειακή βία σπανίως διώκεται και επιβάλλονται μειωμένες ποινές σε βιαστές γυναικών που φορούσαν δήθεν προκλητικά ρούχα.

Κι εδώ εντοπίζεται το μεγάλο οξύμωρο: Ο ηγέτης που αναδείχθηκε με σημαία τις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις κατά την προηγούμενη δεκαετία, είναι εκείνος που προσυπέγραψε τη διακοπή της μεταρρυθμιστικής πορείας της χώρας του. Η απόπειρα πραξικοπήματος και το δημοψήφισμα για τις υπερεξουσίες του Προέδρου, ως γεγονότα-ορόσημα, ανέδειξαν ένα πράγμα: το διχασμό της κοινωνίας.

Η Τουρκία παραδοσιακά χωριζόταν σε δύο στρατόπεδα, τους κεμαλικούς και τους υπολοίπους. Αυτός ο διαχωρισμός ήταν λίγο ως πολύ «ταξικός».

Οι πρώτοι ήταν εκείνοι που διαχειρίζονταν την εξουσία και οι δεύτεροι ήταν όσοι βρίσκονταν εκτός συστήματος: ισλαμιστές, περιθωριοποιημένες ομάδες και μειονότητες Κούρδων, Αλεβιτών και άλλων. Το σχήμα, δηλαδή, ήταν σχετικά σαφές και καθοριζόταν από την ύπαρξη μιας φιλοδυτικής και μιας ανατολίτικης Τουρκίας.

Σήμερα, ο διαχωρισμός της κοινωνίας δεν είναι ούτε ίδιος ούτε γραμμικός. Οι δύο πλευρές της Τουρκίας είναι πια κοινωνικά και οικονομικά διαστρωματωμένες, αφού κατά τη διακυβέρνηση του ΑΚΡ αναπτύχθηκε στις περιφέρειες της Ανατολίας ένα νέο και ισχυρό ισλαμικό κεφάλαιο, πιστό στις συντηρητικές θρησκευτικές παραδόσεις και, φυσικά, στον Ερντογάν.

Τελικά, φάνηκε ότι η παραδοσιακή και θρησκευόμενη Τουρκία είναι αριθμητικά ισχυρότερη από την άλλη Τουρκία, την δυτικότροπη και κοσμοπολίτικη.

Τι θέλει, λοιπόν, να πετύχει ο Πρόεδρος στο εσωτερικό πεδίο;

Θέλει να καταστεί ο νέος πατέρας των Τούρκων. Επιθυμεί να αντικαταστήσει τον κεμαλισμό με τον «Ερντογανισμό», μια νέα πολιτική θρησκεία.

Για να το πετύχει, από το 2015 αντιγράφει συστηματικά τον Ατατούρκ του 1919: υπογραμμίζει τον αγώνα επιβίωσης ενός αγνού και λαμπρού έθνους, το οποίο επιβουλεύονται κακόβουλοι εχθροί.

Το δημοψήφισμα ήταν η αρχή της τελικής φάσης του σχεδίου. Η αναβίωση του πιο παρωχημένου τουρκικού εθνικισμού και η θεωρία των εξωτερικών απειλών συσπειρώνουν τους πολίτες γύρω από τον Πρόεδρο και πετυχαίνουν δύο στόχους:

Πρώτον, βαθαίνουν το διαχωρισμό ανάμεσα σε εκείνους που θέλουν να δουν την Τουρκία μεγάλη και ισχυρή και σε εκείνους που ως «ενδοτικοί στις δυτικές αξίες» διαφωνούν με το όραμα του ΑΚΡ. Δηλαδή, διευρύνουν το χάσμα ανάμεσα στους «νομοταγείς» και τους «προδότες».

Δεύτερον, νομιμοποιούν ηθικά και πολιτικά τον αυταρχισμό. Στο όνομα του εθνικού συμφέροντος, που ταυτίζεται πλέον με το συμφέρον του Προέδρου, οι ατομικές ελευθερίες επαναπροσδιορίζονται.

Το πραγματικό πρόβλημα στην Τουρκία ήταν και είναι το ίδιο: ο εκδημοκρατισμός.

Ποτέ η Τουρκία δεν έφτασε στο επίπεδο μιας σύγχρονης δυτικής δημοκρατίας. Πάντα αποτελούσε ιδιαίτερη περίπτωση. Και ο σημερινός ισλαμο-συντηρητικός εθνικισμός είναι ασύμβατος με τον εκδημοκρατισμό.

Κυρίες και κύριοι,

Μεταμόρφωση έχουμε και στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Πρώτο πρόβλημα, οι σχέσεις με την Ευρώπη. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, η Άγκυρα χρεώνει στους Ευρωπαίους το τέλμα στην ενταξιακή της πορεία.

Ο συγγραφέας εύστοχα χαρακτηρίζει την Τουρκία «αιώνια αρραβωνιαστικιά» της Ευρώπης.

Επιπλέον, η Άγκυρα κατηγορεί τους Ευρωπαίους για στήριξη στον Γκιουλέν και για χορήγηση ασύλου σε Τούρκους πραξικοπηματίες.

Ταυτόχρονα, η Τουρκία φαίνεται παντελώς αναξιόπιστη. Εργαλειοποίησε τους Ευρωπαίους πολίτες τουρκικής καταγωγής για να επηρεάσει τα εκλογικά αποτελέσματα στην Ολλανδία, τη Γερμανία και την Αυστρία.

Μάλιστα, ο ίδιος ο Ερντογάν έλεγε «καταψηφίστε όσους δεν μας σέβονται». Τα προβλήματα οξύνονται, όταν η Άγκυρα χρησιμοποιεί τη συμφωνία για το προσφυγικό, προκειμένου να αποκομίσει οφέλη από την Ευρώπη.

Θα ήθελα να υπογραμμίσω και τις ευθύνες της Ευρώπης. Για χρόνια, η ευρωπαϊκή πολιτική για την Τουρκία συνοψιζόταν στο δόγμα «μονά ζυγά, δικά μας».

Άλλοτε ήθελε την Τουρκία μια κανονική υποψήφια προς ένταξη χώρα, άλλοτε απέκλειε κάθε συζήτηση για την ευρωπαϊκή της πορεία.

Μακροπρόθεσμα, οι δεσμεύσεις της Ευρώπης προς την Τουρκία διαψεύστηκαν. Έτσι, με δεδομένη τη σταδιακή αλλαγή τακτικής από την Άγκυρα, ξεκίνησε ο φαύλος κύκλος της απομάκρυνσης των δύο πλευρών.

Στη Μέση Ανατολή, έχει αλλάξει δύο φορές στρατόπεδο. Αυτή τη στιγμή είναι προσδεμένη στο ρωσικό άρμα με στόχο να αποτρέψει τη δημιουργία κουρδικής οντότητας στη Συρία.

Κατέκτησε το Αφρίν και εδραιώνει την παρουσία της στη Συρία, καταπατώντας ουσιαστικά τη Συνθήκη της Λωζάνης. Σχεδιάζει να συνεχίσει στην Μανμπίτζ, όπου εκτός από Κούρδους, υπάρχουν Αμερικανοί στρατιώτες.

Ταυτόχρονα, επιδιώκει γρήγορες νίκες σε ευκολότερα πεδία, όπως σε Κύπρο και Αιγαίο.

Η επιθετική πολιτική του στέλνει διπλό μήνυμα: Στο εσωτερικό, δείχνει ότι μπορεί να καλύψει πολιτικά το αδελφό εθνικιστικό κόμμα των Γκρίζων Λύκων. Και στο εξωτερικό, ότι η στρατιωτική μηχανή της Άγκυρας μπορεί να επιχειρεί ταυτόχρονα σε διαφορετικά μέτωπα. Ο Ερντογάν αισθάνεται ότι η Τουρκία είναι αδικημένη σε σχέση με το μέγεθος και το αυτοκρατορικό παρελθόν της. Ότι έχει λιγότερα απ’ όσα της αναλογούν, καθώς οι πολύ μικρότερες Κύπρος και Ελλάδα διαθέτουν γεωπολιτικό εκτόπισμα αντιστρόφως ανάλογο του μεγέθους τους.

Με αυτή τη λογική, αμφισβητεί τα κυριαρχικά δικαιώματα των δύο χωρών, θέλοντας να επιβάλει το δίκαιο του ισχυρού.

Ο Ερντογάν σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελε να δει την Κύπρο να εξελίσσεται σε ενεργειακό κόμβο της Ανατολικής Μεσογείου.

Οι μέχρι στιγμής θετικές ειδήσεις από τα πεδία των γεωτρήσεων απομακρύνουν την Άγκυρα από το στόχο να καταστεί εκείνη περιφερειακός ενεργειακός παίκτης.

Έτσι, στέλνοντας πολεμικά πλοία, αμφισβητεί την κυπριακή ΑΟΖ και προσπαθεί να την μεταβάλει σε «γκρίζα ζώνη».

Θέλω να είμαι ξεκάθαρη: Η Τουρκία επιχειρεί να σύρει την Κύπρο σε μια οιονεί ενδιάμεση συμφωνία για την συνεκμετάλλευση των υδρογονανθράκων, χωρίς την προηγούμενη επίλυση του Κυπριακού.

Και ο Πρόεδρος Αναστασιάδης ορθώς μίλησε για διαμοιρασμό των όποιων εσόδων μεταξύ των δύο κοινοτήτων χωρίς τη μεσολάβηση της Τουρκίας.

Στο Αιγαίο, η κατάσταση είναι δύσκολη. Τα «Ίμια 2» επιβεβαιώνουν τη στρατηγική επιλογή του Ερντογάν να διεκδικήσει τη συνδιαχείριση του θαλάσσιου χώρου. Για τους Τούρκους, οι βραχονησίδες μεταβάλλονται από γκρίζα ζώνη σε τουρκική επικράτεια.
Η ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις έχει πάρει νέα μορφή. Δυστυχώς, η κυβέρνηση δεν διαθέτει κανέναν σχεδιασμό. Όλοι θυμόμαστε την απροετοίμαστη και άνευ στόχευσης επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα.

Όπως θυμόμαστε και τη φαιδρή πολιτική του Υπουργού Άμυνας που δεν αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα των καταστάσεων.

Η διαχείριση του θέματος των δύο Ελλήνων στρατιωτικών στον Έβρο αποκάλυψε για ακόμα μια φορά την ανικανότητα της κυβέρνησης.

Η διγλωσσία προκάλεσε σύγχυση και, στο μεταξύ, τα δύο παιδιά βρίσκονται ακόμη στις τουρκικές φυλακές, με άγνωστη την έκβαση της υπόθεσης.

Τι πρέπει να γίνει;

Πρώτον, η Ελλάδα οφείλει να επαναπροσδιορίσει τις συμμαχίες της και να σχεδιάσει εκ νέου την πολιτική της. Χρειάζεται να καταστρωθεί εναλλακτικό σχέδιο.

Η πολιτική του Ελσίνκι περί ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. δεν μπορεί να λειτουργεί πια ως μοχλός πίεσης στην Άγκυρα. Γιατί; Διότι για την ώρα η λογική του Ελσίνκι είναι νεκρή.

Δεύτερον, οφείλουμε να αναλάβουμε μια δυναμική πρωτοβουλία ουσιαστικού διαλόγου. Να ενεργοποιήσουμε ξανά τους διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία.

Το 2006, μετά το θερμό επεισόδιο που οδήγησε στο θάνατο του πιλότου Ηλιάκη, συνομίλησα με τον τότε Υπουργό Εξωτερικών Γκιουλ και επισκέφθηκα την Τουρκία για να κάνουμε έναν ουσιαστικό διάλογο. Ορισμένοι κοντόφθαλμοι ενοχλήθηκαν, αλλά η ιστορία δικαίωσε εκείνη την επιλογή.

Τρίτον, να θυμίσουμε σε εταίρους και συμμάχους ότι η τουρκική προκλητικότητα δεν αποτελεί ελληνοτουρκικό πρόβλημα. Η Τουρκία δεν απειλεί τα σύνορα της Ελλάδας ή της Κύπρου αλλά τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κυρίες και κύριοι,

Το βιβλίο του Κωνσταντίνου δίνει τροφή για σκέψη. Με βάση τα γεγονότα, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι στη γείτονα ο εθνικισμός θα συνεχίσει να αποτελεί το πεδίο σύγκλισης μεταξύ κοσμικών και ισλαμιστών. Άρα αποτελεί μια καλή επιλογή για τους Τούρκους.

Από την άλλη, η Ελλάδα δεν μπορεί να εξαντλείται στο θεωρητικό αίτημα για στήριξη της Δύσης έναντι της υπαρκτής τουρκικής απειλής.

Άλλωστε, η Ευρώπη αντέδρασε με τρόπο χλιαρό στις προκλήσεις Ερντογάν, ο οποίος δεν διστάζει να την απειλεί με «πλημμύρα μεταναστών». Έτσι, δεν αρκεί να λέμε πως η Ελλάδα αποτελεί δύναμη σταθερότητας και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πρέπει να πείσουμε ότι ισχύει. Πώς; Με την παρουσίαση ενός ελληνικού σχεδίου για την περιοχή. Κάποτε η Ελλάδα είχε όραμα. Συμμετείχε σε διεθνείς διασκέψεις για το Μεσανατολικό.

Διέθετε ενεργειακό σχεδιασμό αντιστρόφως ανάλογο του μεγέθους της. Σήμερα, δυστυχώς, χάσαμε τον περιφερειακό ρόλο που με κόπο είχε οικοδομηθεί.

Και στα ελληνοτουρκικά, συμβαίνει κάτι πιο επικίνδυνο: Η Άγκυρα καθορίζει την ατζέντα κι εμείς ακολουθούμε.

Ήρθε, λοιπόν, η ώρα να ξαναβρούμε όραμα, ισορροπία εργαλείων και στόχων στην εξωτερική πολιτική.

Θα κλείσω με ένα γενικό σχόλιο.

Ο Ερντογάν αρέσκεται να αντιπαραβάλλεται με τη Δύση. Διαρκώς προβάλλει τις πολιτισμικές διαφορές, θέλοντας να διαχωρίσει την Τουρκία από την «παρακμή της Ευρώπης», όπως λέει.

Αυτή είναι η βάση της νέας εθνικής ιστορίας που πλάθει: ότι οι ξένοι τον θέλουν αποδυναμωμένο, ώστε ο ίδιος να είναι ελεγχόμενος και η Τουρκία ευάλωτη. Έτσι, δικαιολογεί την αποστασιοποίηση από τη Δύση.

Πιστεύω ότι ο Ερντογάν νιώθει και ασφάλεια χάρη στις εσωτερικές του νίκες αλλά και ανασφάλεια. Ο επόμενος χρόνος θα είναι καθοριστικός για το μέλλον. Σε αυτή τη περίπτωση η Ελλάδα πρέπει να είναι παρούσα. Η Ελλάδα πρέπει να έχει λόγο, η Ελλάδα πρέπει να μπορεί να κινητοποιήσει δυνάμεις και συμμάχους. Για να το κάνουμε αυτό πρέπει εμείς οι Έλληνες  να ξεκαθαρίσουμε ότι, τουλάχιστον στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, μπορούμε να δουλέψουμε μαζί και να έχουμε μια και μόνο εθνική στρατηγική.

Προηγούμενο άρθρο
Επόμενο άρθρο