ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΝΤΟΡΑ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ – ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Συνέντευξη
Εξωτερική Πολιτική – Μέση Ανατολή – Ορθοδοξία
—
« Κ.τ.Ο. »
Κα . Υπουργέ , Εσείς κατέχετε όσο ελάχιστοι την Εξωτερική Πολιτική. Ποιο σκηνικό παγιώνεται πλέον στη Μέση Ανατολή και ποια η θέση του χριστιανικού στοιχείου εκεί;
—
κ. Μπακογιάννη
Για μια ακόμη φορά στην πολυτάραχη ιστορία της, ο χρόνος στην Μέση Ανατολή είναι σήμερα εξαιρετικά πυκνός.
Δεν υπάρχει άλλη περιοχή στον πλανήτη, όπου η μετάβαση από την μονοπολική, σταθερή και αμερικανοκεντρική παγκόσμια τάξη σε έναν καινούριο πολυπολικό, ασταθή και μιλιταριστικό κόσμο, να είναι τόσο επιδραστική και έντονα βιωμένη.
Ζούμε αναμφισβήτητα την γέννηση της Εποχής των μεσαίων δυνάμεων του Παγκοσμίου Νότου και πουθενά αυτό δεν γίνεται πιο κατανοητό απ’ ό,τι στην Μέση Ανατολή.
Με την σταδιακή υποχώρηση των παραδοσιακών υπερδυνάμεων – Ρωσία και ΗΠΑ – από την Μέση Ανατολή, μια σειρά από περιφερειακές δυνάμεις – Ισραήλ, Τουρκία, Σαουδική Αραβία, Κατάρ – επιβάλλουν καινούριες πραγματικότητες.
Νιώθουν απελευθερωμένες να γράψουν οι ίδιες τις επόμενες σελίδες της Ιστορίας για την περιοχή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα μόνο μπορεί να ερμηνευθεί ο καταιγισμός των εξελίξεων των τελευταίων χρόνων:η διάλυση του Άξονα Ιράν – Άσαντ – Χεζμπολάχ, το νέο καθεστώς στην Συρία, ο πόλεμος στην Γάζα.
Προφανώς μια τέτοια εξέλιξη στην ακτίνα του ζωτικού μας χώρου μας ανησυχεί πολύ.
Η Ελλάδα δεν είναι μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη με αναθεωρητικές βλέψεις. Διαχρονικά ασκούμε διεθνή επιρροή και προστατεύουμε τα εθνικά συμφέροντα μέσα από συμμαχίες που αντλούν νομιμοποίηση από το διεθνές δίκαιο.
Επομένως τη δεδομένη στιγμή, προσπαθούμε να διαμορφώσουμε ή να ενισχύσουμε συμμαχίες με ισχυρούς περιφερειακούς δρώντες, όπως το Ισραήλ, η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία, ενώ παράλληλα θωρακίζουμε όσο γίνεται περισσότερο αμυντικά την πατρίδα.
Ως προς τον χριστιανικό πληθυσμό στην Μέση Ανατολή, δυστυχώς εδώ και πολλές δεκαετίες πρόκειται για μια προσπάθεια επιβίωσης από τις εξελίξεις παρά άσκησης επιρροής σε αυτές.
Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι.
Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, οι Χριστιανοί αποτελούσαν το 20% των κοινωνιών της Μέσης Ανατολής. Σήμερα μακάρι να είναι το 5%.
Ο συνδυασμός δυνάμεων του αραβικού εθνικισμού και του ισλαμικού φονταμενταλισμού είχε δυστυχώς καταστροφικές συνέπειες για το χριστιανικό στοιχείο της περιοχής, με γενοκτονίες, εκτοπισμούς και καταπίεση να το εξωθούν στα πρόθυρα του αφανισμού.
—
« Κ.τ.Ο. »
Είναι αλήθεια ότι, η Ελληνική Πολιτεία, διαχρονικά, δεν έπραξε όσα έπρεπε ώστε να περιφρουρήσει τα ελληνόφωνα Ορθόδοξα Πατριαρχεία, και ειδικότερα τα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας, αλλά και το Αντιοχείας. Ποιες κινήσεις μέλλουν να γίνουν ώστε να μη νιώθουν οι Αδελφότητες αυτές “ξεχασμένες” από το Ελληνικό Κράτος;
—
κ. Μπακογιάννη
Η Ελληνική Πολιτεία δεν παραμελεί σε καμία περίπτωση τα ελληνόφωνα Ορθόδοξα Πατριαρχεία. Αντιθέτως, η Ελλάδα έχει ακολουθήσει μια σταθερή και πολυεπίπεδη στρατηγική στήριξης, προσαρμοσμένη στις ιδιαίτερα σύνθετες πολιτικές και γεωστρατηγικές συνθήκες της Μέσης Ανατολής.
Σε πρακτικό επίπεδο, τα Υπουργεία Εξωτερικών, Παιδείας και Πολιτισμού βρίσκονται σε συνεχή θεσμική επικοινωνία με τα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων, Αλεξανδρείας και Αντιοχείας, ενώ οι ελληνικές διπλωματικές αποστολές στις αντίστοιχες χώρες εργάζονται συστηματικά για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων, του καθεστώτος και των περιουσιακών τους θεμάτων.
Παράλληλα, η Ελλάδα έχει συμβάλει στην αποκατάσταση σημαντικών θρησκευτικών μνημείων, στην παροχή τεχνικής υποστήριξης, καθώς και στη χορήγηση υποτροφιών για την εκπαίδευση στελεχών των Πατριαρχείων.
Στο διεθνές επίπεδο, η ελληνική διπλωματία έχει αναδείξει τα Πατριαρχεία ως πυλώνες θρησκευτικής πολυμορφίας και σταθερότητας, εντάσσοντάς τα σε ευρωπαϊκά και διεθνή προγράμματα προστασίας πολιτιστικής κληρονομιάς.
—
« Κ.τ.Ο. »
Νέα περίοδος στην Ι. Μονή Σινά. Θεωρείτε πως η Ελληνική Πολιτεία ορθά έπραξε για όσες πρωτοβουλίες πήρε σχετικά με τη διασφάλιση του ελληνορθόδοξου χαρακτήρα της Μονής;
—
κ. Μπακογιάννη
Η ελληνική κυβέρνηση κλήθηκε να αντιμετωπίσει μια διπλή κρίση στην Μονή Σινά. Καταρχάς μια κρίση διπλωματικής επικοινωνίας.
Πριν ακόμη έχουμε πρόσβαση στο πλήρες κείμενο της απόφασης του Εφετείου της Ισμαηλία, άρχισαν να ακούγονται φωνές για νέα ιστορική Άλωση.
Δυστυχώς, για ακόμη μία φορά, αποδείχθηκε πόσο επιζήμιος είναι ο λαϊκισμός στα ζητήματα εθνικού ενδιαφέροντος. Αντί το εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα του καθεστώτος ιδιοκτησίας και λειτουργίας της αρχαιότερης χριστιανικής μονής στον κόσμο να διασαφηνιστεί και να επιλυθεί με διακριτικότητα και αποτελεσματικότητα, έγινε, με τις προσπάθειες δυνάμεων της αντιπολίτευσης, πρωτοσέλιδο σε καθημερινή βάση, φέρνοντας σε δύσκολη θέση τόσο την ελληνική όσο και την αιγυπτιακή ηγεσία.
Ταυτόχρονα, μέσα στο καλοκαίρι ξέσπασε και μια εσωτερική κρίση στην Σιναϊτική Αδελφότητα, η οποία απέκτησε τραγελαφικές διαστάσεις και δυσχέρανε ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Η ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών έδρασε, ευτυχώς, με μεγάλη ψυχραιμία και μεθοδικότητα, και κατάφερε να αντιμετωπίσει επιτυχώς και τις δύο κρίσεις.
Που βρισκόμαστε λοιπόν σήμερα;
Ο φάρος του χριστιανισμού και της ορθόδοξης πίστης που συνιστά η Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης του Αγίου και Θεοβαδίστου Όρους Σινά έχει έναν νέο αρχιεπίσκοπο καθολικής αποδοχής, ενώ παράλληλα οι δύο κυβερνήσεις βρίσκονται πολύ κοντά στην ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων ώστε να εξασφαλιστεί στο διηνεκές η διατήρηση του λατρευτικού χαρακτήρα της Μονής, των δικαιωμάτων της καθώς και η προστασία των μοναχών της.
Το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων ακολούθως θα τεθεί στην διάθεση της Σιναϊτικής Αδελφότητας, η οποία έχει και την αρμοδιότητα σύναψης συμφωνίας με την αιγυπτιακή κυβέρνηση.
Με αυτόν τον τρόπο, η ελληνική κυβέρνηση αποδεικνύει στην πράξη πως στέκεται – και θα συνεχίσει να στέκεται – αταλάντευτα στο πλευρό της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπου κι αν χρειαστεί, όσο δύσκολες κι αν είναι οι συνθήκες.
Στην ίδια κατεύθυνση είναι και η αναγνώριση της Ιεράς Μονής Σινά ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου στην Ελλάδα. Μια ιστορική πρωτοβουλία που αποδίδει, για πρώτη φορά μετά από 15 αιώνες, σαφή νομική υπόσταση σε έναν μοναδικό θρησκευτικό και πολιτιστικό θεσμό, με σεβασμό στην αυτονομία και τους εκκλησιαστικούς νόμους. Έτσι η ελληνική Πολιτεία επιβεβαιώνει εμπράκτως την αποφασιστικότητα της να στηρίξει το έργο της Ιεράς Μονής και να θωρακίσει τα συμφέροντα της.
Η υπόθεση της Μονής αποτελεί ακόμη μία ισχυρή επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας της εξωτερικής πολιτικής των κυβερνήσεων Μητσοτάκη.
Τίποτα από όσα επιτεύχθηκαν δεν θα ήταν δυνατό χωρίς την εμπέδωση μιας στρατηγικής συνεργασίας με Αίγυπτο και χωρίς την προσωπική σχέση αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ του Έλληνα και του Αιγύπτιου ηγέτη. Πρόκειται για μια σχέση που αποδίδει χειροπιαστά αποτελέσματα και δείχνει τι μπορεί να πετύχει η Ελλάδα όταν δρα με συνέπεια, ψυχραιμία και διεθνή αξιοπιστία.
—
« Κ.τ.Ο. »
Με βάση την αδιαμφισβήτητη εμπειρία Σας σε αυτά τα ζητήματα, θεωρείτε πως μπορεί να επέλθει, έστω σταδιακά, η ειρήνη και η ενότητα στην πολύπαθη Συρία;
—
κ. Μπακογιάννη
Η αλήθεια είναι πως αυτό που ονομάζουμε « Συρία » ως ενιαίο κράτος δεν υφίσταται εδώ και δεκαετίες. Όπως και επί Άσαντ, έτσι και σήμερα η νέα προσωρινή κυβέρνηση της Δαμασκού ελέγχει μόλις το 60% της επικράτειας.
Στον Νότο, οι Δρούζοι ασκούν αυτοτελή εξουσία με ισραηλινή υποστήριξη. Στα βορειοανατολικά οι Κούρδοι λειτουργούν ως de facto αυτόνομη διοικητική και στρατιωτική οντότητα. Μέχρι πρόσφατα, δυνάμεις που υποστηρίζονταν από την Τουρκία ήλεγχαν μεγάλο μέρος των βορειοδυτικών συνόρων. Έναν χρόνο μετά την πτώση του Άσαντ, ο κατακερματισμός της χώρας παραμένει βαθύς.
Η Συρία βγαίνει από έναν εμφύλιο 14 ετών, με μισό εκατομμύριο νεκρούς και 7 εκατομμύρια πρόσφυγες. Ωστόσο, για πολλούς η Συρία είναι ένα πιο φιλικό μέρος σήμερα: εκατομμύρια εκτοπισμένοι επιστρέφουν, ο φόβος της συνεχούς παρακολούθησης έχει υποχωρήσει, οι φυλακές του Άσαντ έχουν αδειάσει ενώ βασικές ελευθερίες – όπως η παρουσία γυναικών στα σώματα ασφαλείας ή η κοινωνική ζωή στη Δαμασκό – δεν έχουν διαταραχθεί από την νέα σουνιτική κυβέρνηση.
Πριν από έναν χρόνο, το νέο καθεστώς του Σαράα, μαζί με την εξουσία ανέλαβε και πέντε τιτάνιες προκλήσεις: εδραίωση εξουσίας, διεθνή αναγνώριση, ενοποίηση της χώρας, ανοικοδόμηση και μεταβατική δικαιοσύνη. Έχει σημειώσει πρόοδο στα δύο πρώτα, αποκαθιστώντας την εικόνα της Συρίας διεθνώς, περιορίζοντας την επιρροή Ρωσίας και Ιράν και προσελκύοντας ΗΠΑ, ΕΕ και χώρες του Κόλπου, οι οποίες βλέπουν στη νέα ηγεσία τη μοναδική πιθανότητα σταθεροποίησης της Συρίας.
Όμως στο εσωτερικό, η εικόνα είναι πολύ πιο περίπλοκη. Με 90% του πληθυσμού κάτω από το όριο της φτώχειας, αδρανοποιημένο κράτος, οικονομία καθηλωμένη και ανάγκες ανοικοδόμησης που φτάνουν τα 200 δισ. ευρώ, οι προοπτικές είναι περιορισμένες.
Παράλληλα, οι θρησκευτικές μειονότητες ζουν σε κλίμα φόβου: Αλαουίτες, Δρούζοι και Χριστιανοί έχουν δεχθεί επιθέσεις, απαγωγές και στοχευμένη βία, καλλιεργώντας την αίσθηση ότι η ασφάλεια παραμένει εύθραυστη και η κοινωνική συνοχή ανύπαρκτη.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μεταβατική δικαιοσύνη – η ύψιστη προτεραιότητα για την πλειονότητα των Σύριων – παραμένει ακόμη άπιαστο όνειρο. Οι οικογένειες χιλιάδων θυμάτων του παλιού καθεστώτος περιμένουν ακόμη με αγανάκτηση απαντήσεις και δικαίωση.
Για τους περισσότερους Σύριους, οτιδήποτε πέρα από τον Άσαντ φάνταζε ως βήμα προς το φως. Όμως, αν το νέο καθεστώς δεν καταφέρει να γεφυρώσει τα βαθιά ρήγματα που κληρονόμησε, καθώς και καινούρια που φαίνεται ότι δημιουργεί, η Συρία δύσκολα θα γνωρίσει πραγματική ειρήνη – μόνο μια επώδυνη συνέχεια του ίδιου κύκλου βίας που απειλεί την ενότητά της.

