Κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής,
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η Συνθήκη της Λισσαβώνας, σύμφωνα άλλωστε και με μακροχρόνια πρακτική μεταξύ εταίρων, αποτελεί ένα θετικό συμβιβασμό. Και τούτο διότι περιλαμβάνει στις διατάξεις της τις βασικότερες ρυθμίσεις της Συνταγματικής Συνθήκης, που είχε κυρώσει, ακολουθώντας τη μεγάλη πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κοινοβουλίων, και η Βουλή των Ελλήνων.
Πώς και γιατί φτάσαμε στην απόρριψη της Συνθήκης αυτής είναι σε όλους γνωστό. Δεν θα σας κουράσω με αναλύσεις του παρελθόντος, ούτε και με αναφορές στα βασικότερα άρθρα της νέας Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης. Έχετε ακούσει για όλα αυτά επανειλημμένα. Σήμερα θέλω να αναδείξω, με το βλέμμα στο μέλλον, τις δυνατότητες που παρέχει στην Ένωση των 27 η Συνθήκη, αλλά, βεβαίως, και τα τυχόν προβλήματα που μπορεί να προκύψουν κατά την εφαρμογή της.
Όπως προανέφερα, η Συνθήκη είναι προϊόν πολιτικού συμβιβασμού, λέξη που έχει κατασυκοφαντηθεί στην Ελλάδα, ενώ επί πενήντα και πλέον χρόνια, αυτή ήταν η διαδικασία που οδήγησε το ενοποιητικό εγχείρημα σε αλλεπάλληλες επιτυχίες. Πιστεύω ότι οι νέες θεσμικές ρυθμίσεις δεν κλονίζουν τη θεσμική ισορροπία της Ένωσης, παρά την κριτική που ασκήθηκε σχετικά και, επιπλέον, δεν αποκλείουν την ομοσπονδιακή προοπτική.
Η θεσμοθέτηση μονίμου προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είναι, ασφαλώς, μια μεγάλη καινοτομία που θα ενισχύσει την ενιαία εικόνα μας προς τα έξω και, υπό όρους, θα προωθήσει την αποτελεσματικότητα της Ένωσης. Ένα πρόβλημα είναι το πώς ο Πρόεδρος θα βρει την πολιτική ισορροπία ανάμεσα στον Πρόεδρο της Επιτροπής και στον Πρόεδρο της εκ περιτροπής Προεδρίας, στον οποίο η Ελλάδα, όπως και πολλά άλλα κράτη-μέλη, θέλει να συνεχίσει να δίνει διακριτό και ουσιαστικό ρόλο. Είναι, φυσικό, πάντως, ο πρώτος μόνιμος Πρόεδρος να έχει, με την προσωπικότητά του και την πρακτική που θα ακολουθήσει, καθοριστική επίδραση στο νέο θεσμό. Η Ελλάδα θα υποστηρίξει υποψήφιο μόνον από χώρα που συμμετέχει ενεργά σε όλες τις δράσεις της Ένωσης.
Μόνιμη καθίσταται και η Προεδρία του ενός από τους δύο σχηματισμούς του Συμβουλίου, δηλαδή του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, με την υιοθέτηση του θεσμού του Υπάτου Εκπροσώπου. Πρόκειται για σημαντική εξέλιξη που θα οδηγήσει σε μια «πιο κοινή» εξωτερική πολιτική της Ένωσης, υπό την εποπτεία ενός νέου κοινού θεσμού. Ο Ύπατος Εκπρόσωπος θα έχει στη διάθεσή του ένα νέο όργανο, την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, που και αυτή θα συντελεί στην άσκηση συνεκτικότερης εξωτερικής πολιτικής. Καθ’ όσον μας αφορά, θα βρεθούμε στο πλευρό του Υπάτου Εκπροσώπου και θα συνδράμουμε στη συγκρότηση της νέας υπηρεσίας με όλα μας τα μέσα. Για μας, σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι ο Ύπατος Εκπρόσωπος και η νέα Υπηρεσία θα ενεργούν με καθεστώς διαφάνειας, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα όλων των κρατών-μελών, τα οποία, άλλωστε, θα εκπροσωπούνται με άριστους υπαλλήλους και στο προσωπικό της Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης. Τα ίδια αναμένουμε να ισχύσουν και για τη νέα σύνθεση της Επιτροπής και από το Νοέμβριο του 2014, όταν η Επιτροπή θα απαρτίζεται από αριθμό μελών που θα αντιστοιχεί στα δύο τρίτα του αριθμού των κρατών-μελών.
Η αναγνώριση νομικής προσωπικότητας στην Ένωση, η απλοποίηση των διαδικασιών λήψης αποφάσεων αλλά και η επέκταση της ειδικής πλειοψηφίας στη λήψη τους, μας βρίσκουν σύμφωνους. Η Ελλάδα, κατ’ αρχήν, εδώ και πολλά χρόνια, βρίσκεται πλέον στον κεντρικό πυρήνα της Ένωσης (συμμετοχή σε Ευρωζώνη, χώρο Σένγκεν, ΚΕΠΑΑ) και προωθεί ρυθμίσεις που θα την κάνουν πιο αποτελεσματική σε όλα τα πεδία δράσης της. Σε τελική ανάλυση, για τους μονίμως ανησυχούντες, υπάρχουν πάντοτε οι σχετικές ασφαλιστικές δικλείδες για τη χώρα μας και τα τυχόν ιδιαίτερα συμφέροντά της.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η Ελλάδα εξ αρχής υποστήριξε την ενδυνάμωση του ρόλου και των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Και τούτο διότι ήταν φανερό το δημοκρατικό έλλειμμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ας ήταν, συχνά, ενοχλητικές οι απόψεις των εκπροσώπων των λαών της Ευρώπης, για τις κρατούσες θέσεις πολλών, και συχνά ισχυρών, κρατών-μελών. Η ενίσχυση των εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποτελεί στοιχείο της Συνθήκης και ευελπιστούμε ότι το Κοινοβούλιο θα κάνει χρήση τους με τόλμη, όποτε χρειάζεται, και με σύνεση, όποτε το απαιτούν οι περιστάσεις.
Παράλληλα με την ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θεσπίστηκε, όπως γνωρίζετε, και η αναβάθμιση της θέσης των εθνικών κοινοβουλίων στην όλη κοινοτική διαδικασία. Η αναβάθμιση αυτή βαίνει πολύ πέραν της απλής ενημέρωσής τους για τις δράσεις της Ένωσης. Δεν θα υπεισέλθω στις λεπτομέρειες των σχετικών ρυθμίσεων. Θεωρώ ότι τα εθνικά κοινοβούλια θα έχουν ως κίνητρο, όπως άλλωστε αναφέρεται στη Συνθήκη, «να συμβάλλουν στην καλή λειτουργία της Ένωσης». Είμαι βέβαιη ότι η Βουλή των Ελλήνων θα κινηθεί με γνώμονα την πρόοδο και την ενίσχυση της μεγάλης μας πατρίδας, της Ευρώπης, χωρίς φυσικά να παραβλέπει τα συμφέροντα της αγαπημένης μας μικρής πατρίδας. Σε κάθε περίπτωση, θα είναι αντιπαραγωγικό αν ορισμένα εθνικά κοινοβούλια εμπλέξουν την εσωτερική πολιτική με την ευρύτερη πολιτική, ή, ακόμα χειρότερα, κινηθούν με πνεύμα ανάσχεσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης της Ένωσης αναμένουνε να προωθηθεί ακόμα περισσότερο, πέραν της αναβάθμισης των Κοινοβουλίων, με την ενσωμάτωση του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ως νομικά δεσμευτικού κειμένου, παρά τις γνωστές αντιδράσεις ορισμένων κρατών-μελών.
Επιπλέον, η ανάπτυξη πολιτικών και δράσεων που αφορούν στην καθημερινή ζωή των πολιτών μας, θα μας βρει συμπαραστάτες, ενώ, παράλληλα, θα πρέπει ως χώρα να εντείνουμε τις προσπάθειές μας για την προστασία του περιβάλλοντος, την ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών ενέργειας, τη διαφύλαξη του ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης και τη διατήρηση της «Ευρώπης των αγροτών».
Τελειώνοντας, θα ήθελα να θίξω ένα σημαντικό κεφάλαιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μια ιδέα που βρίσκεται στην καρδιά και τη λογική της Ένωσης. Αν εξαιρέσει κανείς τα έξι ιδρυτικά μέλη, όλοι οι υπόλοιποι εταίροι περάσαμε από αυτή τη διαδικασία και εννοώ, βεβαίως, την ενταξιακή πορεία προς τις Βρυξέλλες. Η μεγαλύτερη επιτυχία όλης της ιστορίας της Ένωσης είναι η ακατανίκητη έλξη της και η συνακόλουθη ενσωμάτωση σε αυτήν είκοσι και πλέον κρατών, από όλα τα πλάτη και τα μήκη της ηπείρου μας. Όλοι φέραμε μαζί μας διαφορετικές νοοτροπίες, παραδόσεις, εθνικές ιστορίες, δυνάμεις και αδυναμίες, προτερήματα και ελαττώματα. Όλοι μας όμως αργά ή γρήγορα, έξυπνα, ή βασανιστικά αργά, συνειδητοποιήσαμε ότι έπρεπε να προσαρμοστούμε στα δύσκολα για τους τότε νέους εταίρους, αλλά πολλά υποσχόμενα δεδομένα. Η Ένωση πέρασε από κρίσεις και λόγω των εντάξεων, αλλά πάντοτε βγήκε δυνατότερη. Γι’ αυτό, και με την πείρα της συμμετοχής της Ελλάδας στο φιλόδοξο πείραμα της ευρωπαϊκής και ίσως της παγκόσμιας ιστορίας, θέλω να τονίσω δύο βασικά σημεία:
· Πρώτον, όσοι θέλουν να συμμετάσχουν σε αυτή τη δύσκολη και γοητευτική πορεία οφείλουν να εγκαταλείψουν οριστικά και ειλικρινά ο,τιδήποτε δεν αρμόζει στη σύγχρονη ευρωπαϊκή οικογένεια, και μάλιστα σε όλους τους τομείς: στην πολιτική τους στο εσωτερικό, στις διεθνείς και διμερείς τους σχέσεις, στην οικονομία τους, στη νοοτροπία τους. Η όποια καθυστέρηση στην προσαρμογή δεν βλάπτει παρά εκείνους που δυστροπούν. Ας είμαστε ρεαλιστές· σε πολλά κράτη-μέλη αυξάνει η κούραση από τις συνεχείς διευρύνσεις.
· Δεύτερον, στο πλαίσιο αυτό, της διεύρυνσης, ο ρόλος της Ελλάδας, μοιραία, είναι αποφασιστικός για όλους τους γείτονές μας που επιθυμούν να ενταχθούν. Η χώρα μου υποστήριξε σθεναρά και με συνέπεια τις φιλοδοξίες τους αυτές.
Η ατζέντα της Θεσσαλονίκης το 2003 αποτελεί ως προς την ΕΥΡΩΠΑΪΚΉ ΈΝΩΣΗ πάντοτε σημείο αναφοράς για τα Βαλκάνια, ενώ το σχέδιο που υποβάλαμε το Νοέμβριο του 2007, με πέντε στόχους, και για τον ίδιο σκοπό, εφαρμόζεται, έστω και καθυστερημένα, από την Ένωση.
Για αυτό και έχουμε το δικαίωμα να υπογραμμίσουμε ότι δεν θα δεχθούμε οποιαδήποτε υποβάθμιση ή παράκαμψη των κριτηρίων που ισχύουν για όλα τα υποψήφια μέλη. Ως το αρχαιότερο κράτος-μέλος της περιοχής, έχουμε ιδιαίτερη ευθύνη απέναντι στην ιστορία και το μέλλον της Ένωσης. Συγχρόνως, τυχόν εισδοχή χωρών με αντι-ευρωπαϊκές ή μισο-ευρωπαϊκές πολιτικές, θα ήταν σε βάρος των ίδιων των λαών των χωρών αυτών, σε βάρος της περιοχής μας, σε βάρος της Ένωσης, και, φυσικά, σε βάρος της Ελλάδας.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι ένα μεγάλο σχέδιο για ειρήνη, ευημερία και κοινωνική αλληλεγγύη. Είναι ένα πρωτόγνωρο πείραμα στην παγκόσμια ιστορία, που βρίσκει μιμητές, αργά αλλά σταθερά, και στις άλλες ηπείρους. Μετά από περίοδο εσωστρέφειας, η Ένωση ανοίγεται ξανά προς τον υπόλοιπο κόσμο που έχει, είναι φανερό, ανάγκη από περισσότερη Ευρώπη.
Η Ελλάδα θα εργασθεί με συνέπεια για εμβάθυνση και στενότερη συνεργασία στους κόλπους της Ένωσης, με σταθερή απόφαση να παραμείνει στον σκληρό πυρήνα της. Αυτό προϋποθέτει και ανάλογη συνέπεια και αποφασιστικότητα στο εσωτερικό μας. Προς το σκοπό αυτό, θα συνεχίσουμε να αργαζόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις.
Ας μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα ανήκει στην ομάδα των δεκαέξι κρατών που δεσμεύτηκαν με Δήλωση να χρησιμοποιούν τα σύμβολα της Ένωσης. Και το κάναμε γιατί πιστεύουμε ότι θα έλθει ο καιρός που θα διατυπωθεί ένα συνεκτικότερο πολιτικό σχέδιο για την περαιτέρω πορεία της Ένωσης.
Σας ευχαριστώ.

